Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012
Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012
Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012
Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012
Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012
Σύννεφα με παντελόνια - Η βροχή
Στίχοι: Μάνος Ξυδούς
Μουσική: Μάνος
Ξυδούς
Όταν αρχίζει η βροχή ανοίγομαι
Και μου ξανάρχονται εικόνες
Ένα κουδούνι που μου φώναζε
Να βγω για διάλειμμα στις σκόνες
Είναι οι άνθρωποι που τρέχουνε
Για τα μεγάλα πανηγύρια
Μα εγώ ακόμα σε φαντάζομαι
Μέσα στης βροχής μου τα ταξίδια
Όταν αρχίζει η βροχή, σε σκέφτομαι
Όταν αρχίζει η βροχή, θυμάμαι
Φύλλα πεσμένα στην άσφαλτο
Όταν αρχίζει η βροχή, θυμάμαι
Είναι οι άνθρωποι που χάνονται
Μέσα στα μεγάλα πανηγύρια
Μα εγώ ακόμα σε φαντάζομαι
Μέσα στης βροχής μου τα ταξίδια
Όταν αρχίζει η βροχή, σε σκέφτομαι
Όταν αρχίζει η βροχή θυμάμαι
Φύλλα πεσμένα στην άσφαλτο
Όταν αρχίζει η βροχή θυμάμαι
Όταν αρχίζει η βροχή ανοίγομαι
Και μου ξανάρχονται εικόνες
Ένα κουδούνι που μου φώναζε
Να βγω για διάλειμμα στις σκόνες
Είναι οι άνθρωποι που τρέχουνε
Για τα μεγάλα πανηγύρια
Μα εγώ ακόμα σε φαντάζομαι
Μέσα στης βροχής μου τα ταξίδια
Όταν αρχίζει η βροχή, σε σκέφτομαι
Όταν αρχίζει η βροχή, θυμάμαι
Φύλλα πεσμένα στην άσφαλτο
Όταν αρχίζει η βροχή, θυμάμαι
Είναι οι άνθρωποι που χάνονται
Μέσα στα μεγάλα πανηγύρια
Μα εγώ ακόμα σε φαντάζομαι
Μέσα στης βροχής μου τα ταξίδια
Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012
Υπόγεια ρεύματα - Τους έχω βαρεθεί
Στίχοι: Στίχοι: Δημοσθένης
Κούρτοβικ & Wolf Biermann
Μουσική: Θάνος
Μικρούτσικος
Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν,
τους ψευτοφίλους που με κολακεύουν,
που απ’ τους άλλους θεν παλικαριά
κι οι ίδιοι όλο λερώνουν τα βρακιά,
σ’ αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σκιστεί,
τους έχω βαρεθεί.
Και πέστε μου αξίζει μια πεντάρα,
των γραφειοκρατών η φάρα,
στήνει με ζήλο περισσό,
στο σβέρκο του λαού χορό,
στης ιστορίας τον χοντρό το κινητή,
την έχω βαρεθεί.
Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους,
τους Ευρωπαίους, τους προφεσόρους,
που καλύτερα θα ξέρανε πολλά,
αν δεν γεμίζαν ολοένα την κοιλιά,
υπαλληλίσκοι φοβητσιάρηδες, δούλοι παχιοί,
τους έχω βαρεθεί.
Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας νταντάδες,
κόβουν στα μέτρα τους τους μαθητάδες,
κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς,
με ιδεώδεις υποτακτικούς,
που είναι στο μυαλό νωθροί,
μα υπακοή έχουν περισσή,
τους έχω βαρεθεί.
Κι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος,
κέρδος ποτέ μα από παθήματα χορτάτος,
που συνηθίζει στην κάθε βρωμιά,
αρκεί να έχει γεμάτο τον ντορβά
κι επαναστάσεις στ’ όνειρά του αναζητεί,
τον έχω βαρεθεί.
Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό,
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια,
με τους σοφούς του κράτους τα ‘χουνε πλακάκια,
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω βαρεθεί.
Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό,
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια,
με τους σοφούς του κράτους τα ‘χουνε πλακάκια,
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω βαρεθεί.
Σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω σιχαθεί.
Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012
Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012
Κόρε Ύδρο - Χειραψία
Αν σου χάριζα καρδιές για να σε ρίξω στο κρεβάτι,
θα με κοιτούσες σα να σκότωσα το σκύλο σου;
Αν σ’ άφηνα κι εγώ να περιμένεις,
θα είχες για άλλον άνθρωπο τηλέφωνο;
Αν σ’ έβλεπα σαν πρόβατο που τρέφω για το Πάσχα,
θα μου καταλόγιζες χειρότερες προθέσεις;
Αν σε κερνούσα μπύρες και σ’ αγκάλιαζα στο τέλος,
αν σου μιλούσα όπως ήθελες και σού ’λεγα ό,τι ήθελες ν’
ακούσεις,
αν δεν καθόμουν με τις ώρες να ερμηνεύω τους θανάτους σου,
αν ήμουνα κωλόπαιδο, το τίποτα, ένα τέρας,
θα ήμουν άξιος μόνο χειραψίας, κυρία τάδε;
Αν ήμουνα παράσιτο (καφέδες στην πλατεία),
θα έκρυβα στο χέρι μου πληγή από χειραψία;
Μικρέ μου εφιάλτη, ποιος το ξέρει
αν αυτό το καλοκαίρι
αρνηθεί να μας χαρίσει
ό,τι έσωσε απ’ τη φύση
Αν η πάλη στα χωράφια
μας δώσει για έπαθλο αγκάθια,
αν τα όνειρά μας λιώσουν
και οι ελιές μας μάς προδώσουν
Αν οι θάλασσες καλέσουν
χίλιους φόβους για να παίξουν,
αν μας εκδικηθούν τα ζώα
κι αν τα παιδιά δεν είναι αθώα
Αν τελικά εγώ είμαι ο θύτης,
ο υπέρτατος αλήτης
που ένα άλλο καλοκαίρι
αντί φιλιού έδωσε το χέρι
Μα η απόρριψη το ξέρει
πως δεν υπάρχει κακός,
υπάρχει μόνο ένα χέρι
που μας σβήνει τη νύχτα το φως
Και ο γιατρός μου το ξέρει
πως για όλα φταίει αυτός
που ήταν για μένα ένα αστέρι,
ένας δεύτερος Χριστός
Μα η απόρριψη το ξέρει
πως δεν υπάρχει κακός,
υπάρχει μόνο ένα χέρι
που μας σβήνει τη νύχτα το φως
Κι ο ευεργέτης μου το ξέρει
πόσο με αγάπησε αυτός,
σαν αδερφός το μεσημέρι
και τη νύχτα σαν θεός
Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012
Which side are you on? - Luther Blissett
"Which
Side Are You On?" is a song written by Florence Reece in 1931.
Reece was
the wife of Sam Reece, a union organizer for the United Mine Workers in Harlan
County, Kentucky.
In 1931,
the miners of that region were locked in a bitter and violent struggle with the
mine owners. In an attempt to intimidate the Reece family, Sheriff J. H. Blair
and his men (hired by the mining company) illegally entered their family home
in search of Sam Reece.
Sam had
been warned in advance and escaped, but Florence and their children were
terrorized in his place. That night, after the men had gone, Florence wrote the
lyrics to "Which Side Are You On?" on a calendar that hung in the
kitchen of her home.
She took
the melody from a traditional Baptist hymn, "Lay the Lily Low", or
the traditional ballad "Jack Munro". Florence recorded the song,
which can be heard on the CD Coal Mining Women.
Florence Reece - Which Side Are You On
Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)